Κάτι τρέχει στον Έβρο
"Τα δημοψηφίσματα ως διέξοδο ή ως αδιέξοδο" του Νίκου Κέλελη
Ο Νικόλαος Κέλελης, Οικονομολόγος, MSc – Εκπαιδευτικός και Εκλεγμένο μέλος της Συνέλευσης των Αντιπροσώπων του Οικονομικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος, μας έστειλε ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο αναφορικά με το δημοψήφισμα.
Είναι αναμφισβήτητο πως τα δημοψηφίσματα πλέον, έχουν δημιουργήσει μια νέα τάση στην άσκηση κυβερνητικής πολιτικής. Ως εκ τούτου, φυσικό είναι να απασχολεί όλους τους πολίτες η σκέψη εάν η εξέλιξη αυτή εξυπηρετεί ή όχι το συμφέρον της κοινωνίας. Μάλιστα, η πρόσφατη εμπειρία από τα δημοψηφίσματα τόσο της Ελλάδας όσο και της Μεγάλης Βρετανίας μάλλον προβλημάτισε περισσότερο, παρά έδωσε μία ξεκάθαρη εικόνα για το εάν η διενέργεια τους κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση.
Ο προβληματισμός έχει ως αφετηρία το γεγονός ότι και στα δύο δημοψηφίσματα κυριάρχησε ο δημαγωγικός λόγος. Ως αποτέλεσμα, οι πολίτες στράφηκαν ενάντια σε ό,τι φαινόταν λογικό και επιστημονικά τεκμηριωμένο, αλλά απαιτούσε θυσίες εξαιτίας του γεγονότος ότι δεν ήταν πεπεισμένοι ότι οι θυσίες θα καρποφορήσουν. Αντιθέτως, υποστήριξαν τις πολιτικές κινήσεις εκείνες, που απλά αναπαρήγαγαν τις επιθυμίες τους, ενώ παράλληλα δημιουργούσαν εύκολους εχθρούς ως υπεύθυνους για τα υπάρχοντα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα αντίστοιχα.
Ωστόσο, το λάθος των δημοψηφισμάτων δε βρίσκεται στον τρόπο που αποφασίζουν οι πολίτες, ούτε στον τρόπο με τον οποίο αυτοπροσδιορίζονται, μέσω της συμμετοχής τους στον Δήμο.
Απεναντίας, το λάθος συνήθως ξεκινάει από τη στιγμή που το δημοψήφισμα διεξάγεται προκειμένου να εξυπηρετήσει τον καιροσκοπισμό, τη δόλια δηλαδή, επιδίωξη του ιδίου συμφέροντος της εκτελεστικής εξουσίας. Επιδεινώνεται από την επιλογή των ζητημάτων για τα οποία καλούνται να αποφασίσουν οι πολίτες. Και η πραγματικότητα δυσχεραίνεται, όταν αναδεικνύεται η έλλειψη στρατηγικού σχεδιασμού για την εφαρμογή των αποφάσεων.
Ο καιροσκοπισμός της εξουσίας είναι η αρχή μίας κακής διαδρομής. Και αυτό συμβαίνει, γιατί τα δημοψηφίσματα φαίνεται να χρησιμοποιούνται, για να παρέχουν άλλοθι στους κυβερνώντες ακόμη και για θεσμική εκτροπή, όπως επίσης και για να δίνουν στο πολιτικό προσωπικό την ευκαιρία για επιμερισμό ή ακόμη και μετάθεση των ευθυνών από το ίδιο στα μέλη της κοινωνίας.
Εντούτοις, αυτό που χρήζει περαιτέρω ανάλυσης είναι ποια ζητήματα είναι προτιμότερο να τίθενται με δημοψηφισματικό τρόπο στα μέλη της κοινωνίας, ακόμη και εάν υποθέσουμε ότι ο κυβερνήτης είναι ικανός, αλτρουιστής και με όραμα. Δηλαδή, πώς είναι δυνατόν το δημοψήφισμα να χρησιμοποιηθεί ως μέτρο μεγιστοποίησης της κοινωνικής ευημερίας;
Πριν καταλήξει κάποιος σε μία απάντηση, θα πρέπει να λάβει υπόψιν μία σειρά παραγόντων οι οποίοι αποδεδειγμένα ασκούν αρνητική επίδραση. Αυτοί σχετίζονται με το γεγονός ότι τα δημοψηφίσματα διχάζουν, το αποτέλεσμά τους εξαρτάται από τη συγκυρία και συνδέονται με την περιφρόνηση των μειοψηφιών.
Τα δημοψηφίσματα, όπως είναι φυσικό, διχάζουν, διότι δημιουργούν διλλήματα. Επομένως, είναι φυσικό η συνοχή της κοινωνίας, που είναι απαραίτητη για την ευημερία των πολιτών μπροστά στα διλήμματα που της τίθενται να διαταράσσεται. Το μέγεθος του κινδύνου για τη διάρρηξη της κοινωνικής συνοχής εξαρτάται από το αν τα ζητήματα έχουν αδιαίρετο χαρακτήρα, αν αφορούν θεμελιώδεις αξίες και αν υπάρχουν στην κοινωνία κοινά παραδεκτές απόψεις. Με άλλα λόγια, απολαμβάνοντας το αγαθό της δημοκρατίας, είναι λογικό να έχουμε διαφορές και συνετό να επιδιώκουμε να τις συμφιλιώσουμε μέσω της χρήσης πολιτικών διαύλων. Ωστόσο, το εύρος των ζητημάτων που μπορούν να τίθενται υπόψιν των πολιτών χωρίς να διαταράσσεται η σταθερότητα της κοινωνίας είναι περιορισμένο.
Έτσι, η χρήση πολιτικών διαύλων είναι απαραίτητη και παραγωγική για μια σειρά από ζητήματα, όπως για παράδειγμα το Εθνικό Σύστημα Υγείας, Παιδείας ή Άμυνας, που έχουν αδιαίρετο χαρακτήρα. Επεξηγηματικά, παρέχεται σε όλους το ίδιο μέγεθος αυτών των υπηρεσιών, παρόλο που ο κάθε ένας επιθυμεί να λαμβάνει διαφορετική ποσότητα από αυτές. Αυτό παρατηρείται, γιατί σε αυτά τα ζητήματα επί της ουσίας υπάρχουν κοινές απόψεις, και ο προβληματισμός αφορά το μέρος και όχι το όλον. Όλοι επιθυμούν να υπάρχουν αυτά τα αγαθά. Η διαφορά έγκειται στο ύψος των υπηρεσιών που κρίνεται σκόπιμο να λαμβάνει η κοινωνία.
Εντούτοις, εάν οι διαφορές αφορούν θεμελιώδεις αξίες, για τις οποίες οι άνθρωποι υιοθετούν ισχυρές αλλά διαφορετικές απόψεις, η ιστορία έχει αποδείξει ότι η κάλπη δεν έχει τη δυνατότητα να επιλύσει τα προβλήματα αυτά, αλλά αντίθετα μάλιστα, μπορεί να αποτελεί την αρχή έντονων συγκρούσεων. Οι εμφύλιοι πόλεμοι μας θυμίζουν τις δυσάρεστες επιπτώσεις της αδυναμίας του πολιτικού κόσμου να συμφιλιώσει τις διαφορές με ειρηνικό τρόπο με αποτέλεσμα να προκαλούνται συγκρούσεις, οι οποίες, ούτε αυτές με τη σειρά τους, λύνουν τις διαφορές παρά μόνο τις κρίνουν.
Για το λόγο αυτό, στις φιλελεύθερες δημοκρατίες, οι σώφρονες λήπτες πολιτικών αποφάσεων είναι απαραίτητο να είναι πολύ προσεκτικοί στα ζητήματα που επιδιώκουν ρητή συμφωνία με αναγωγή στο λαό. Αυτό συμβαίνει, διότι ο κανόνας της πλειοψηφίας δεν είναι πανάκεια κάθε είδους κοινωνικού προβληματισμού και πολιτικής αντιπαράθεσης.
Επιπρόσθετα, έπειτα από την πρόσφατη ελληνική εμπειρία καλό είναι να επισημανθεί ότι η Δημοκρατία είναι η πλατφόρμα που δίνει τη δυνατότητα στους πολίτες να εκφράζουν ιδέες, οράματα, επιδιώξεις, σχέδια υπό την ύπαρξη όμως περιορισμών. Έτσι, Δημοκρατία δε σημαίνει ότι υπάρχει δυνατότητα να ικανοποιήσουμε όλες τις επιθυμίες μας, ούτε ότι υπάρχει δυνατότητα απόλυτης ελευθερίας δράσης, καθώς, ούτε ζούμε σε μία κοινωνία αφθονίας, ούτε ζούμε σε μία κοινωνία απόλυτης ελευθερίας, διότι η ελευθερία μας περιορίζεται, για να προστατεύσει την ελευθερία του άλλου. Αντ’ αυτού η Δημοκρατία δίνει τη δυνατότητα να διαμορφωθούν συναινετικά, εθνικά συλλογικοί στόχοι και επιδιώξεις με σκοπό να βελτιώνεται το επίπεδο ζωής των πολιτών. Οπότε, το νόημα βρίσκεται στις σημερινές επιλογές, γιατί είναι αυτές που θα επηρεάσουν το μελλοντικό επίπεδο ευημερίας. Αυτό παρατηρείται, γιατί στην οικονομία οι παραγωγικοί πόροι που υπάρχουν διαθέσιμοι είναι δεδομένοι και επομένως το είδος της παραγωγής τελικά είναι ζήτημα μεταξύ εναλλακτικών επιλογών. Έτσι, η επίτευξη των στόχων προϋποθέτει τη λήψη των κατάλληλων αποφάσεων, δηλαδή την ορθή χρήση των πόρων. Κατά συνέπεια, δημοκρατία σημαίνει ότι επιλέγω μεταξύ δυνατών τρόπων αντιμετώπισης ενός προβλήματος, έχοντας υπόψιν τις επιπτώσεις εφαρμογής εναλλακτικών πολιτικών και έχοντας διαμορφώσει ρεαλιστική αντίληψη για το τι είναι εφικτό.
Οπότε, ερωτήματα του τύπου “θέλετε αύξηση ή μείωση μισθού, περισσότερα ή λιγότερα δημοσιονομικά μέτρα” είναι ωφέλιμο να συνδέονται με αντικειμενικό και μετρήσιμο τρόπο με τις αντίστοιχες επιπτώσεις που επιφέρουν αυτές οι επιλογές. Επίσης, δε νοείται να τίθενται ερωτήματα με ανύπαρκτα διλλήματα, όπως “θέλετε περισσότερη ή λιγότερη ανεργία, θέλετε να γίνετε πλούσιοι ή φτωχοί”, καθώς οι κανόνες της λογικής επιτάσσουν μία μόνο απάντηση. Κατά τον ίδιο τρόπο, δε νοείται να τίθενται ερωτήματα για τα οποία η κυβέρνηση δεν είναι σε θέση να εφαρμόσει το αποτέλεσμα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το γεγονός ότι δε μπορεί να τίθεται πλέον ως ερώτημα “θέλετε περισσότερους ή λιγότερους μετανάστες στην Ελλάδα”, ή “επιθυμείτε παγκόσμια ειρήνη”. Επομένως, το ερώτημα που είναι προτιμότερο να τίθεται θα πρέπει να αφορά την ενέργεια την οποία οφείλει να πράξει η κυβέρνηση από μια ποικιλία εναλλακτικών πολιτικών, ώστε να αντιμετωπίσει ή να περιορίσει το πρόβλημα. Δηλαδή ο λαός να εγκρίνει ρεαλιστικά σχέδια ανάμεσα σε εναλλακτικές πολιτικές για τις οποίες είναι ενημερωμένος όσον αφορά τα αποτελέσματά τους στη ζωή του.
Ακόμη, αν και η ιδέα εφαρμογής ενεργειών άμεσης δημοκρατίας με τη χρήση δημοψηφισμάτων εξακολουθεί να φαντάζει σε πολλές περιπτώσεις ελκυστική ως βέλτιστη λύση στη διακυβέρνηση του τόπου, η παρούσα ανάλυση προσπαθεί να απομακρύνει αυτήν την προσδοκία. Αυτό παρατηρείται, γιατί τα δημοψηφίσματα παρουσιάζουν σημαντικά μειονεκτήματα τα οποία δε μπορούν να μη συνεκτιμηθούν, για να αποφανθούμε σχετικά με την ορθότητά τους.
Έτσι, ένας επιπλέον λόγος που έρχεται να προστεθεί, είναι ότι το αποτέλεσμά τους εξαρτάται από την εκάστοτε συγκυρία. Στις περισσότερες περιπτώσεις η σύμπτωση γεγονότων μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση του αποτελέσματος, αγνοώντας με αυτόν τον τρόπο ότι τα μεγάλα προβλήματα (με την έννοια ότι η επίλυσή τους απαιτεί μακροπρόθεσμο στρατηγικό σχεδιασμό) εξελίσσονται στη διάρκεια του χρόνου και αλλάζουν μορφή. Επίσης, πολύ πιθανό είναι άλλοι παράγοντες που δε συνδέονται με το περιεχόμενο της ερώτησης να κρίνουν το τελικό αποτέλεσμα.
Το δημοψήφισμα της Μεγάλης Βρετανίας που έγινε υπό την πίεση του μεταναστευτικού και της δήθεν εισόδου της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Επιπρόσθετα, η πρόσφατη ελληνική ιστορία του 20ου αιώνα, παρέχει τη γνώση με απώτερο σκοπό τη διαξαγωγή χρήσιμων συμπερασμάτων προς αυτήν την κατεύθυνση. Γνωρίζουμε ότι από τα επτά δημοψηφίσματα που προηγήθηκαν του τελευταίου (Ιούλιος 2015), τα έξι καλούσαν τους πολίτες να επιλέξουν την επικράτηση ή μη της βασιλείας. Ο λαός τις μισές φορές τάχθηκε υπέρ και τις μισές κατά αυτής. Αυτή η παλινδρόμηση στις επιλογές του ήταν περισσότερο αποτέλεσμα της επιρροής της εκτελεστικής εξουσίας στους πολίτες και των συγκυριών που αντιμετώπιζαν, παρά μιας αποκρυσταλλωμένης άποψης που είχαν διαμορφώσει και έβρισκε έκφραση μέσα από μία ώριμη εκλογική συμπεριφορά. Παραδειγματικά, το 1920 οι πολίτες επέλεξαν την επάνοδο στον θρόνο του Κωνσταντίνου Α' (έπειτα από την ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές και παρά το γεγονός ότι ο Κωνσταντίνος ήταν εξαιρετικά αντιπαθής στις Δυνάμεις της Αντάντ) και τέσσερα χρόνια αργότερα, αφού προηγήθηκε η Μικρασιατική Καταστροφή (καθοριστικό ρόλο για την οποία διαδραμάτισε το αποτέλεσμα του πρώτου δημοψηφίσματος) οι πολίτες έλαβαν την αντίθετη απόφαση για την κατάργηση της βασιλείας. Με άλλα λόγια, το πολιτικό σύστημα της εποχής, εκμεταλλευόμενο τη συγκυρία του πολέμου, «πίεσε» του πολίτες προς υιοθέτηση της μίας επιλογής, που τελικά μόνο προς την εξυπηρέτηση του συμφέροντός τους δεν ήταν.
Το γεγονός αυτό, αναδεικνύει και έναν ακόμη σημαντικό ρόλο της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, που είναι η προστασία του λαού μέσω της αποστασιοποίησης, καθώς ο λαός δεν ταυτίζεται με τα αποτελέσματα των πολιτικών ενεργειών της εκάστοτε κυβέρνησης. Απεναντίας, το πολιτικό προσωπικό που τον υπηρετεί αποτελεί ανάχωμα που φράζει τη διάχυση των ευθυνών και έτσι δεν εκθέτει την κοινωνία.
Επιπλέον, η χρονική στιγμή στη λήψη αποφάσεων, πέρα από τον συγκυριακό χαρακτήρα συνδέεται και με ζητήματα ηθικής, που σχετίζονται με το γεγονός ότι οι σημερινές επιλογές επηρεάζουν το μελλοντικό επίπεδο ευημερίας, άρα και τις συνθήκες ζωής των μεταγενέστερων. Επομένως, θα πρέπει να διασφαλίζεται με κάθε τρόπο ότι μια σειρά αποφάσεων, οι οποίες έχουν δημοσιονομικό χαρακτήρα ή αφορούν το φυσικό περιβάλλον, είναι δίκαιες. Για παράδειγμα, πότε είναι ορθή η αύξηση του χρέους της χώρας μέσω του κρατικού δανεισμού και πότε όχι; Η απάντηση σχετίζεται με τον τρόπο χρήσης των κεφαλαίων. Επομένως, όταν τα χρήματα επενδύονται προκειμένου να χρηματοδοτηθούν έργα που θα χρησιμοποιήσουν και οι μελλοντικές γενεές, η επιβάρυνση τόσο των σημερινών όσο και των μελλοντικών γενεών είναι δίκαιη, άρα ταυτόχρονα είναι αποδεκτή και η δημιουργία του χρέους. Αντιθέτως, ο δανεισμός συνιστά κακή διαχείριση, όταν γίνεται προκειμένου να χρηματοδοτηθούν τακτικές ανάγκες του κράτους, όπως οι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων. Με αυτόν τον τρόπο, οι μεταγενέστεροι θα επιβαρυνθούν με φόρους, για να αποπληρώσουν ένα χρέος το οποίο δημιουργήθηκε από τους προηγούμενους για τους προηγούμενους. Ωστόσο, η διενέργεια δημοψηφίσματος θα είχε νόημα για έργα τα οποία έχουν μακροπρόθεσμο χαρακτήρα και η κυβέρνηση ή ο δήμος αδυνατούν να τα χρηματοδοτήσουν αντλώντας τα απαραίτητα κεφάλαια από την αγορά. Σε μία τέτοια περίπτωση, η δυνατότητα να απευθύνονται στους πολίτες με το ερώτημα εάν θέλουν να χρηματοδοτήσουν οι ίδιοι τα έργα μέσω της αύξησης της φορολογίας, ίσως αποτελεί μία δημιουργική διέξοδο.
Τέλος, τα δημοψηφίσματα ως θεσμός που προσιδιάζει στην άμεση δημοκρατία, τελικά δεν καταφέρνουν να προάγουν την κοινωνική ευημερία και για τον λόγο ότι περιφρονούνται οι μειοψηφίες. Έτσι, εύκολα ο αρχικός προβληματισμός για τη χρησιμότητα των δημοψηφισμάτων μετατρέπεται σε φόβο, από τη στιγμή που τα ζητήματα που τίθενται στην κρίση των πολιτών αφορούν θεμελιώδεις αξίες που έχουν αδιαίρετο χαρακτήρα και υπάρχουν ισχυρές διαφορές αντιλήψεων. Και αυτό παρατηρείται, γιατί η επιλογή της μίας ή της άλλης απόφασης θα εφαρμοστεί χωρίς εξαιρέσεις, υποχρεώνοντας όλους να συμμορφωθούν. Έτσι, η μειοψηφία όσο σημαντική και αν είναι, την επόμενη μέρα στην καλύτερη περίπτωση αγνοείται ή κινδυνεύει να συντριβεί υπό το βάρος μίας «συντριπτικής» πλειοψηφίας που αντιμετωπίζει την αντίθετη άποψη ως εχθρική.
Όπως σημείωνε ο Larry Flynt «o κανόνας της πλειοψηφίας ισχύει μόνο αν λαμβάνεις υπ’ όψιν σου τα ατομικά δικαιώματα. Γιατί δε μπορείς να βάλεις πέντε λύκους και ένα πρόβατο να ψηφίσουν τι θα φάνε για δείπνο». Βασικό κατόρθωμα της φιλελεύθερης δημοκρατίας λοιπόν, είναι ο σεβασμός των δικαιωμάτων της μειοψηφίας περιορίζοντας τους αποκλεισμούς με πολλούς τρόπους.
Για παράδειγμα, ένας από αυτούς είναι η ενίσχυση του θεσμού της αγοράς, μέσω της οποίας έρχονται στα χέρια μας όλα τα αγαθά που καταναλώνουμε και τα οποία παράγονται από πρόσωπα τα οποία συνήθως δε γνωρίζουμε και πολύ περισσότερο δε μας απασχολούν οι πεποιθήσεις τους. Αλλά, εύκολα θα μπορούσε να προβλέψει κανείς πόσο οδυνηρό θα ήταν για την κοινωνία αν γινόταν δημοψηφίσματα για οτιδήποτε δυσκόλευε την εκτελεστική εξουσία. Αλήθεια ποια θα ήταν η κατάληξη μετά τα αποτέλεσμα σε ερωτήματα όπως, το ΚΚΕ πρέπει να είναι νόμιμο ή όχι; Η Χρυσή Αυγή είναι εγκληματική οργάνωση; Να επιτρέπονται οι γάμοι μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου; Να επιστρέψει η θανατική ποινή για τους πραξικοπηματίες; Πιστεύει πραγματικά κανείς ότι η κοινωνία θα προόδευε επιλύοντας τις διαφορές της με αυτό τον τρόπο;
Η απάντηση θα έπρεπε να είναι προφανής! Το πρόβλημα στις παραπάνω περιπτώσεις έγκειται στο γεγονός ότι δίνεται η ευκαιρία σε στιγμιαίες πλειοψηφίες να επιβάλλουν τις προτιμήσεις τους σε μειοψηφίες, καθώς τους δίνεται η δυνατότητα να λαμβάνονται αποφάσεις για κάθε περίπτωση ξεχωριστά. Και αυτό παρατηρείται, γιατί, ενώ κάθε πολίτης γίνεται εξαιρετικά ευαίσθητος, όταν κινδυνεύει να περιοριστούν οι δικές του ελευθερίες, εύκολα μπορεί να αποφασίσει για περιορισμούς που αφορούν τις ενέργειες άλλων. Ως εκ τούτου, ο πολίτης, όταν καλείται να αποφασίσει για ζητήματα που αφορούν την ελευθερία του λόγου και της έκφρασης, κρίνεται επιτακτική ανάγκη να ερωτάται για καθολική ισχύ των προτεινόμενων μέτρων που θα αφορούν όλα τα μέλη του κοινωνικού συνόλου και όχι για εφαρμογή τους σε μεμονωμένες περιπτώσεις, καθώς σε ένα κράτος δικαίου κάθε περίπτωση πρέπει να κρίνεται ως μέρος μίας γενικής αρχής. Με άλλα λόγια, η πλειοψηφία να κυβερνάει σύμφωνα με κανόνες δικαίου που ισχύουν για όλους. Ωστόσο, θα πρέπει να τονιστεί ότι, τα ζητήματα που αφορούν ανθρώπινα δικαιώματα δεν κρίνονται πλειοψηφικά και πρέπει να βρίσκονται εκτός του πολιτικού παιχνιδιού. Δεδομένου ότι, η πλειοψηφία δε σημαίνει ούτε ότι επιλέγει ορθά, ούτε ότι επιλέγει με δίκαιο τρόπο. Μάλιστα, δεν πρέπει να λησμονεί κανείς την άποψη του Γάλλου συγγραφέα του 18ου αιώνα Nicolas Chamfort, «Υπάρχουν εποχές που η Κοινή Γνώμη είναι η χειρότερη γνώμη» (και σε εμάς το υπενθυμίζει αυτό, το παράδειγμα του Ναζισμού στη Γερμανία).
Η πλειοψηφία λοιπόν, όπως παρατηρεί ο Friedman, δεν είναι το ιδεώδες. Αντίθετα, το ιδεώδες είναι η ομοφωνία. Η ομοφωνία όμως απαιτεί χρόνο και κόπο που δε μπορούμε να διαθέσουμε, οπότε χρησιμοποιούμε ως πρόσφορο μέσο τον κανόνα της πλειοψηφίας. Κατά συνέπεια, ένα βήμα που μας ενώνει είναι να αναγνωρίσουμε ότι υπάρχουν αδυναμίες σε αυτόν τον τρόπο δράσης. Σε κάθε περίπτωση, το κοινωνικό συμφέρον προάγεται, όταν η επιδίωξη των κυβερνώντων είναι η ανάδειξη των χαρακτηριστικών εκείνων που προβάλουν τα ενοποιά γνωρίσματα των πολιτών αμβλύνοντας έτσι τις μεταξύ τους διαφορές.
Εν κατακλείδι, γίνεται αντιληπτό, ότι η διενέργεια ενός δημοψηφίσματος μπορεί εύκολα να αποτελέσει μία αδιέξοδη διέξοδο. Μπορεί να φαντάζει ως μία οδός σωτηρίας ειδικά για τους κυβερνώντες, αλλά τελικά δημιουργεί ανυπέρβλητα εμπόδια που πριν δεν υπήρχαν. Στην πραγματικότητα, αν και θα περίμενε κανείς το αποτέλεσμα ενός δημοψηφίσματος να παρέχει στο πολιτικό προσωπικό ελαφρυντικά για τον τρόπο που διαχειρίζεται την εξουσία, στην περίπτωση μιας αποτυχίας, κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Αυτό συμβαίνει, διότι η κρίση των πολιτών δεν περιορίζεται, ή τουλάχιστον δεν πρέπει να περιορίζεται στον τρόπο διαχείρισης της εξουσίας, αλλά κατά κύριο λόγο στην άσκηση της ηγεσίας. Γιατί η ηγεσία είναι αυτή που πρέπει να καθοδηγήσει τους πολίτες προς την επίτευξη στόχων και δημιουργία οραμάτων. Η επιρροή που ασκεί δεν πρέπει να αποτελεί μέσο χειραγώγησης, αλλά διαπαιδαγώγησης της κοινής γνώμης, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση και την ωρίμανση των λαϊκών αισθημάτων, ώστε η διακυβέρνηση να είναι αποτελεσματική. Και αυτό παρατηρείται, γιατί, όπως τονίζει ο Χαρίδημος Τσούκας, οι πολιτικές που προκρίνουν οι πολίτες μπορεί να είναι στρατηγικά επιζήμιες για τη χώρα αλλά και επιπλέον οι πολίτες έχουν επιμέρους απόψεις για τον δημόσιο βίο, συχνά αντιφατικές μεταξύ τους, όπως άλλωστε και οι περισσότερες ανθρώπινες επιθυμίες.
Ως εκ τούτου, προκειμένου να διευκολύνεται ο πολίτης ως προς τις επιλογές του, θα είναι ωφέλιμο να ψηφίζει ευρύτερα κυβερνητικά προγράμματα τα οποία ενσωματώνουν ένα ρεπερτόριο πολιτικών με τα οποία θα πρέπει να συμφωνεί σε μεγάλο βαθμό. Τα περισσότερα προβλήματα σήμερα δεν βρίσκουν την απάντησή τους σε ένα «ναι» ή σε ένα «όχι». Έτσι, οι πολίτες οφείλουν να επιδιώξουν να αποκτήσουν αντίληψη για τις επιπτώσεις που έχει η εφαρμογή εναλλακτικών πολιτικών, να κρίνουν τους πολιτικούς έχοντας ρεαλιστική αντίληψη του εφικτού και να καταλάβουν τη θέση της χώρας τους σε μία περίπλοκη παγκόσμια τάξη.
Η χρήση δημοψηφισμάτων που στηρίζονται σε απλή πλειοψηφία, θα άνοιγε τους ασκούς του Αιόλου στη διακυβέρνηση της χώρας. Γιατί θα υποβάθμιζε το αίσθημα ελευθερίας των πολιτών, καθώς εύκολα θα μπορούσε να γίνει εργαλείο ολοκληρωτικής άσκησης της εξουσίας.
Νικόλαος Κέλελης,
Οικονομολόγος, MSc – Εκπαιδευτικός, MEd
Εκλεγμένο μέλος της Συνέλευσης των Αντιπροσώπων του Οικονομικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος
- Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης: Ξεκίνησαν οι αεροψεκασμοί κατά των κουνουπιών με ελικόπτερα
(16-04-2025) - Ενίσχυση πυρόσβεσης στον Έβρο – Πρόταση Δερμεντζόπουλου για δύο Διοικήσεις
(16-04-2025) - Θράκη: Πριν το Πάσχα οι αποζημιώσεις από τον παγετό του 2021
(16-04-2025) - Τι πρέπει να γνωρίζουν οι καταναλωτές για το κρέας και τα αυγά – Οι οδηγίες της Κτηνιατρικής Υπηρεσίας ΑΜΘ
(16-04-2025) - ΔΠΘ και ΕΤΒΑ ΒΙ.ΠΕ. ενώνουν δυνάμεις: Σπουδές με προοπτική και σύνδεση με την αγορά εργασίας
(16-04-2025)
EN
TR






